9 Απρ 2009

ΞΑΝΘΗ - Στου Χατζησταύρου

Παλιά Ξάνθη (Ζωγραφική)
Ο Μπεκρής
(...) Γύριζε αργά το βράδυ, πιωμένος, παραπατώντας και σέρνοντας τα βήματα του στα καλντερίμια, επιστρέφοντας από κάποιο από τα λαϊκά μαγαζιά που ήταν κοντά στον σταθμό - τα "ρεμπετάδικα" τα έλεγαν - συνήθως από του Χατζησταύρου.

Τότε δεν υπήρχε η ταβέρνα σαν διασκέδαση. Εκτός από τα λιγοστά εστιατόρια -"ζυθεστιατόρια" ονομάζονταν- κι ένα ονομαστό ήταν το "Θεσσαλία", υπήρχαν και τα προαναφερθέντα ρεμπετάδικα και η πιο γνωστή ταβέρνα - καπηλειό από αυτά τα λιγοστά, ήταν του Χατζησταύρου - που εκεί όμως πήγαινε κόσμος "παρακατιανός" καθώς έλεγε η Άννα: Εργάτες, μαστόροι απ' την Ήπειρο, Τούρκοι μεροκαματιαρήδες, αλλά και φτωχοί πρόσφυγες - υπήρχαν πολλοί σ' εκείνα τα μέρη, φερμένοι απ' τις κοντινές ακτές της Σμύρνης και του Αϊβαλιού

Εκεί λοιπόν, απ' το παλιό γραμμόφωνο ακουμπισμένο σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο με τα ξύλινα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα, έπαιζαν και τα παλιά ρεμπέτικα τραγούδια.

Πρόσφυγες της Μικρασίας, Τούρκοι μεροκαματιάρηδες του Μπαλούκ, συχνά σηκώνονταν να χορέψουν κάποιον "ασίκικο σκοπό". Οι κάτοικοι τα θεωρούσαν κακόφημα και δεν πήγαιναν - μόνο τίποτε καινουργιοφερμένοι, που θέλανε να δουν κι αυτά τα μαγαζιά θεωρώντας τα κάπως σαν "αξιοθέατο", περνούσαν το κατώφλι τους. Έτσι όλοι όσοι φιλεξενούνταν κατά καιρούς στη πόλη δεν είχαν παραλείψει να τα επισκεφθούν. (...)

Σαν έμπαιναν, έβλεπαν τους λιγοστούς - φτωχικά ντυμένους θαμώνες, καθισμένους στα μικρά τετράγωνα τραπεζάκια, κάτω απ' τις δυο αδύναμες λάμπες ασετιλίνης της οροφής, μερακλωμένους να σιγοτραγουδούν:

Συχνά κι έχοντας πιει κάμποσα καρτούτσα, κάποιοι σηκώνονταν να χορέψουν με βήμα που τρέκλιζε απ' το μεθύσι.

"Ε... κάπελα... Φέρε μας κι άλλο κρασί!..."
τα καρτούτσα, τα ολόκληρα, τα μισά χάλκινα κανάτια, συνέχεια άδειαζαν και ανανεώνονταν απ' τον Χατζησταύρο που πηγαινοερχόταν με την άσπρη του ποδιά και το μολύβι για να σημειώνει τις παραγγελίες, στ' αυτί του στερεωμένο.

Φέρε μας κάπελα κρασί με δυο ποτήρια και μισή είμ' απόψε στα μεράκια και γουστάρω να τα πιω Είν' το κορίτσι μου εδώ που είχα μέρες να το δω διάταξε ένα ζεϊμπεκάκι να χορέψουμε κι οι δυο Χόρεψε βλάμισσα τρελά το πορτοφόλι νάν' καλά στη ταβέρνα σ' έχω φέρει για να σπάσουμε νταγκλά
Καθώς η νύχτα προχωρούσε, πίσω απ' τα γερτά παραθυρόφυλλα κάποιοι αργοπορημένοι περαστικοί έριχναν κλεφτές ματιές στο εσωτερικό της ταβέρνας και γρήγορα απομακρύνονταν - ωστόσο όλο και κάποιοι διέσχιζαν το φαγωμένο απ' το χρόνο κατώφλι του κυρ-Σταύρου κυρίως μπεκρήδες "για να πιούν μια τελευταία ρουφιά

orig. source Στου Χατζησταύρου