Σαμπεθάι Καμπιλής

Σαμπεθάι Καμπιλής

Το τέλος της μικρής μας πόλης

Πρόκειται για ένα διήγημα του Δημήτρη Χατζή (συγγραφεύς και φιλόλογος εξ Ιωαννίνων) που φέρει αυτόν τον τίτλο. Η δράση και η εξέλιξη της ιστορίας διαδραματίζονται στην εβραϊκή συνοικία των Ιωαννίνων με πρωταγωνιστή τον φτωχό Εβραίο Σαμπεθάι Καμπιλή.

Ο τόμος που περιλαμβάνει την εκτενή διήγηση, είναι η συλλογή διηγημάτων του εξαίρετου πλην όμως ολιγογραφότατου - καθώς έζησε χρόνια έξω από την Ελλάδα ως αυτοεξόριστος, πεζογράφου Δημήτρη Χατζή (1913-1981), "Το τέλος της μικρής μας πόλης" - Α΄έκδοση στην Ελλάδα, 1955. Με τον τίτλο αυτό - "Το τέλος της μικρής μας πόλης"- πρωτοεκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Χατζή στη Ρουμανία το 1953, από τον εκδοτικό οίκο "Νέα Ελλάδα". (Επανέκδοση "Νέα Ελλάδα" 1953, "Επιθεώρηση Τέχνης" 1963, "Διογένης" 1971, "Πλειάς" 1974, "Κείμενα" 1979, "Ζώδιο" 1989).

Περιείχε πέντε από τα επτά διηγήματα, δηλαδή τα εξής: "Ο Σιούλας ο ταμπάκος", "Σαμπεθάι Καμπιλής", "Η θεία μας η Αγγελική", "Η διαθήκη του καθηγητή", "Μαργαρίτα Περδικάρη". 

Τον Οκτώβριο του 1959 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην "Επιθεώρηση Τέχνης" το διήγημα "Ο τάφος" και τον Φεβρουάριο του 1962, στο ίδιο περιοδικό, το διήγημα "Ο ντετέκτιβ". Το 1963 και ενώ ο Χατζής βρίσκεται στην Ουγγαρία κυκλοφορεί η πρώτη πλήρης έκδοση της συλλογής, τυπωμένη στο τυπογραφείο Α. Κουλουφάκου, για λογαριασμό της "Επιθεώρησης Τέχνης". Το 1971 γίνεται η τρίτη έκδοση με επίμετρο το κείμενο του Δημήτρη Ραυτόπουλου "Το νεοελληνικό μάθημα του Δημήτρη Χατζή" (εκδ. "Διογένης").

Δημήτρης Χατζής

Από τότε ως σήμερα έχουν γίνει άλλες τρεις εκδόσεις: "Πλειάς", 1974, "Κείμενα", 1979 (οριστική έκδοση, διορθωμένη από τον συγγραφέα) και "Ζώδιο", 1989.

Αυθόρμητα πηγάζουν οι λυγμοί του νέου αναγνώστη όταν διαβάζει το τέλος της Μαργαρίτας Περδικάρη, την ταπείνωση του Σιούλα του Ταμπάκου, την τραγωδία του Σαμπεθάι Καμπιλή, την προδοσία της Θειας Αγγελικής.

Μισόν αιώνα υστέρα από την πρώτη τους εμφάνιση η ραψωδία των νικημένων-ηρώων της μικρής μας πόλης διαβάζεται μόνο για να βεβαιώσει ότι το διήγημα (Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Χατζής) στέκει μαζί με την ποίηση (Σολωμός, Καρυωτάκης, Σικελιανός, Καβάφης) σαν το μεγαλύτερο κατόρθωμα του νεοελληνικού λόγου, άρα του νεοελληνικού πολιτισμού. Δεν θα μπορούσε να μη προστεθεί και το εκτενές διήγημα ο Ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα.

Το βιβλίο έκδοση του 2007, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Το Ροδακιό".

Ο παππούς και ο πατέρας του Δημήτρη Χατζή ήταν τυπογράφοι· προς τιμήν τους το βιβλίο στοιχειοθετήθηκε το 1999, για την έκδοση αυτή, στη μονοτυπία των Αδελφών Παληβογιάννη, σελιδοποιήθηκε και τυπώθηκε στο κλασικό τυπογραφείο "Μανούτιος" του Χρίστου Μανουσαρίδη. Σύντομη βιογραφία Δημήτρη Χατζή εδώ.

Το διήγημα αρχίζει ως εξής

Πανηγύρι στην Αγορά

👉 Διατηρήθηκε η ορθογραφία της έκδοσης του 1963, της "Επιθεώρησης Τέχνης" - Τυπογραφείο Α. Κουλουφάκου.

Στὴ μικρή μας πόλη εἴχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Ἑβραίους - περισσότερους, ὄχι λιγότερους. Εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους - τὸ Συναγώι, ποὺ τὸ λέγανε καὶ κεῖνοι καὶ μεῖς, μέσα στὸ παλιὸ Κάστρο τῆς πόλης καὶ σὲ μερικοὺς δρόμους, ὁλόγυρά του.

Οἱ χριστιανοί, ποὺ καθόντανε μέσα στὸ Κάστρο καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὁβραίικους δρόμους ὁλόγυρα, εἶχαν στὴν ὀξώπορτά τους ἕνα σταυρὸ ζωγραφισμένο μ᾿ ἀσβέστη. Εἶταν ὅμως λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, τόσο πολύ, ποὺ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους εἶτανε συνήθειο παλιὸ νὰ βγαίνει τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ ἄνθρωπος τῆς Συναγωγῆς, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος καὶ τελαλοῦσε δυνατά:

- Ὥ...ω...ρα γιὰ Σαμπά!... Ὥ...ρ...ααα γιὰ Σαχρί!... Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ. Παναπεῖ δηλαδὴ πὼς εἶταν πέρα γιὰ πέρα ὁβραίικοι δρόμοι. Εἶταν ὁ δικός τους μαχαλᾶς - τὰ ὁβραίικα.

Ταπεινοί, τόσο ταπεινοὶ σὰν νά ῾τανε φοβισμένοι καὶ φουκαρᾶδες εἶταν οἱ πλιότεροι - οἱ πιὸ φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη μας εἶταν αὐτοί. Ἀλήθεια πὼς κ᾿ οἱ δρόμοι τους μέσα στὸ Κάστρο εἶταν ἀπ᾿ τοὺς πιὸ βρώμικους καὶ τὰ παιδιά τους ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἀρρωστιάρικα - ὅλο σπυριά. Κάνανε τὸ χαμάλη, τὸ λοῦστρο, τὸ μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Καὶ δουλεῦαν καὶ τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρά, μαζί τους ἢ κάναν θελήματα κ᾿ οἱ γυναῖκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στὰ ξένα τὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στὰ πορνεῖα τῆς πόλης - τόσο μικρὴ καὶ τέσσερα - πέντε τὰ εἶχε - αὐτὲς καθαρίζανε, τόσο εἶτανε φτωχές. Ἐργάτες ὡστόσο νὰ πᾶνε, νὰ μάθουνε τέχνες, ῥαφτᾶδες νὰ ποῦμε, μαραγκοί, σιδερᾶδες - τέτοια πράγματα - κανένας δὲν πήγαινε. Δὲν θέλανε, λέγαν, νὰ σκλαβωθοῦν μὲ τὸ μεροκάματο καὶ τὴν τέχνη. Μερικοὶ τενεχτσῆδες - δηλαδὴ τενεκετζῆδες - τσαγκαρᾶδες - καὶ καλύτερα νὰ πῶς μερεμετιτζῆδες τῶν παπουτσιῶν - κ᾿ ἕνας - δυὸ χασάπηδες, ποὺ δὲν πούλαγαν ποτὲς γουρουνίσιο κρέας, εἶχαν κάτι μικρομάγαζα. Μὰ στὰ ὁβραίικα μέσα κι αὐτοὶ - δὲν πηγαίνανε παραπέρα.

Εἶταν ὕστερα οἱ γυρολόγοι τοῦ δρόμου, πραματευτᾶδες δηλαδή, μεταπράτες καὶ παλιατζῆδες, τὸ δικό τους τὸ ὁβραίικο εἶδος, τὸ πάππου πρὸς πάππου. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοὶ μὰ γιομίζαν ὅλη τὴν πόλη μὲ τὴ μεγάλη φασαρία ποὺ κάνανε. Γυρνοῦσαν τοὺς μαχαλᾶδες ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ μὲ μιὰ τάβλα κρεμασμένη μπροστὰ στὴν κοιλιά τους ἢ μιὰ μεγάλη σακούλα στὴν πλάτη, κᾶνε σέρνοντας τὸ μικρὸ καροτσάκι τους καὶ φωνάζαν ἀκούραστα - τελαλούσανε τὴν πραμάτεια τους μ᾿ ἕνα τρόπο ξεχωριστὸ καὶ δικό τους, κάπως σὰν τραγουδιστά, σὰ νὰ σέρνανε τὴ φωνή τους στὸ τέλος τῶν λέξεων - καθὼς συνήθαγαν ὅλοι τους.

- Οὑβριέ, τὸν φώναζαν οἱ γυναῖκες στοὺς μαχαλᾶδες, σκύβοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο - ἀκόμα κι ἂν τό᾿ ξεραν τ᾿ ὄνομά του.

Αὐτὸς ἄκουγε, δὲν κακοκαρδιζόταν ποὺ τὸν φώναζε Ὁβραῖο, ἀκουμποῦσε τὴν πραμάτεια στὸ πεζούλι τῆς πόρτας ἢ πάνω στὸ δρόμο, ἔπαιρνε μίαν ἀνάσα καὶ τὴν περίμενε νὰ κατέβει γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν ἐκεῖ παζάρεμα ἀτέλειωτο γιὰ ἕνα μασούρι κλωστὴ ἢ μία πήχη λάστιχο γιὰ βρακοζώνα ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσαν καὶ γιὰ καλτσοδέτα.

Τὰ παιδιὰ καμιὰ φορὰ τρέχαν πίσωθέ του καὶ φωνάζανε τραγουδιστὰ καὶ τὸν κοροϊδεῦαν:

Σπίρτα, ῥάμματα, βιλόνια,
τ᾿ Οὑβριοῦ τὰ παντελόνια.

👉 Συνέχεια της ανάγνωσης του διηγήματος εδώ