28 Ιαν 2012

Παιχνίδια στην Αιώνια Πόλη


Η Ρωμαϊκή Άνοιξη της Κας Στόουν Στην αιώνια πόλη της ανεμελιάς και των διασκεδάσεων, των οίκων μόδας, των μικρών καφέ και των ακριβών εστιατορίων, της "dolce vita" του "dolce far niente", ο κόσμος του χρήματος έρχεται αντιμέτωπος με τον κόσμο της τυχοδιωκτικής ένδειας μέσω ενός παράταιρου δεσμού μιας πλούσιας αστής κι ενός παρασιτικού στον κόσμο αυτό τυχοδιώκτη. Το αριστούργημα του Tennessee Williams, αριστοτεχνικά παιγμένο από τους Vivien Leigh και Warren Beatty - με θέμα παρεμφερές του άλλου μεγάλου έργου του Αμερικανού δραματουργού —του "Λεωφορείο ο Πόθος" (A street-car named Desire) αλλά σε άλλο περιβάλλον (high society) και χαρακτήρες (glamorous) που στηρίζουν ένα έργο που δεν αποκαλύπτει παρά στο τέλος το μυστικό του.
* δικτυακός τόπος ταινίας

9 Δεκ 2011

Γιάννης Ρίτσος: Μέρες Εξορίας

1948, Κοντοπούλι Λήμνου - Ημερολόγιο εξορίας 1, 2

Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε τo πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σα να περνούσαν δελφίνια και παίζαν.
Πολλές φορές έβλεπε στ' ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ΄ το νερό, πάλι να πέφτουν.

Οι γλάροι
Το νησάκι που βρίσκεται στα βορεινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό και έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ' εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μία ήρεμη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ' αυτή τη σπατάλη, το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σα να το είχε ξεχάσει ο Θεός όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατελείωτο πέλαγο.

Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά, κι' ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σα να λιώνουν μες στα ελαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πιο καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ' το πέλαγο καί, σιγά, πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ' ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ' αρχίσει ν' ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά, αναπόφευκτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
* * *
Ὁ γερο-φαροφύλακας τράβηξε τὴ βάρκα στὸν ἄμμο. Τὴ σιγούραρε καλά, μὴν τυχὸν τὴ νύχτα γυρίσει ὁ καιρὸς καὶ φουσκώσουν τὰ νερά. Τὴν κοίταξε γιὰ τελευταία φορά, πρὶν πάρει τὸ δρόμο γιὰ τὸ φάρο.

- Λοιπόν, πάει κι᾿ αὐτὸ τὸ ταξίδι…, λέει σιγά.

Τὸ λέει μοναχὸς καὶ σωπαίνει. Τὸ ταξίδι αὐτό, στὴν ἀντικρινὴ στεριά, γίνεται μία φορὰ τὸ μήνα. Πηγαίνει γιὰ τὶς προμήθειές του, γιὰ τὸ ἀλεύρι, τὸ λάδι καὶ γιὰ τὰ γεννήματα ποὺ τοῦ χρειάζονται. Στὴν ἀρχή, σὲ κάθε ταξίδι, ἔμενε ὅλη τη μέρα στὸ χωριό. Μιλοῦσε μὲ παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα γιὰ τὴ χώρα, γιὰ τὸν κόσμο, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἦταν σὲ πόλεμο γιὰ εἶχαν εἰρήνη.

Ὁ τελωνοφύλακας τοῦ ἔδινε τὸ μισθό του.

- Λοιπόν, καὶ τὸν ἄλλο μήνα μὲ τὸ καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.

Ὁ γέρος κουνοῦσε τὸ κεφάλι του κι εὐχαριστοῦσε.

- Μὲ τὸ καλό, ἂν θἄχουμε ζωή, παιδί μου.

Τὶς ἄλλες ὧρες, ὥσπου νὰ γυρίσει στὸ «νησί του», τὶς περνοῦσε ἀνεβαίνοντας στὴ μικρὴ Παναγιά, στὸ βράχο μὲ τὰ ἑκατὸ σκαλιά, νὰ κάμει τὴν προσευχή του. Σταύρωνε τὰ χέρια του μπροστὰ στὸ παλιὸ εἰκόνισμα, χαμήλωνε τὸ κεφάλι καὶ προσευχόταν γιὰ τὰ δυὸ ἀγόρια του ποὺ χάθηκαν στὴν καταστροφὴ τῆς Ἀνατολῆς, γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, τελευταῖα γιὰ τὸν ἑαυτό του.

- Ἂν ζοῦνε, προστάτευέ τα, παρακαλοῦσε γιὰ τὰ παιδιά του. Φύλαγέ τα ἀπὸ θυμὸ κι ἀπὸ κακὴ ὥρα. Φύλαγέ τα ἀπ᾿ τὸ μαχαίρι…

Μουρμούριζε τοὺς χαιρετισμούς, ὅ,τι ἄλλο ἤξερε ἀπὸ προσευχή, καὶ τὰ γερασμένα του πόδια τρέμαν.

- Κι᾿ ἐμένα, καιρὸς πιὰ εἶναι νὰ ξεκουραστῶ…, ἔλεγε καὶ βούρκωναν τὰ μάτια του.

Κατέβαινε τὰ ἑκατὸ σκαλιὰ κάθε φορὰ μὲ πιὸ ἀλαφρὴ καρδιά. Στὸ δρόμο στεκόταν καὶ κοίταζε τὰ παιδάκια ποὺ παίζαν. Τὸν ξέραν ὅλα, καὶ σὰν τὸν βλέπανε βάζαν τὶς φωνές:

- Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!

Τοὺς ἀγόραζε φουντούκια καὶ τοὺς τὰ μοίραζε, κι ἐκεῖνα φώναζαν χαρούμενα:

- Μὴν ἀργήσεις νὰ ξανάρθεις, παππούλη! Μὴν ἀργήσεις!

Ἔτσι γινόταν σὲ κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μὰ ὅσο τὰ χρόνια περνοῦσαν, τόσο ξεσυνήθιζε μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐρημιὰ ὁλοένα τὸν κυρίευε, μέρα μὲ τὴ μέρα, τὸν ἀπορροφοῦσε, σὰ νὰ στάλαζε μὲς στὴν ὕπαρξή του τὴ φοβερή της δύναμη. Σὲ κάθε ταξίδι λιγόστευε, ὅσο μποροῦσε, τὸν καιρὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ μείνει στὸ χωριὸ γιὰ τὶς δουλειές του.

Ἔκοψε καὶ τὸ ἀνέβασμα στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ βράχου.

- Συγχώρεσέ με γιατὶ πιὰ δὲ μπορῶ, ἔλεγε στὸ Θεό, σὰ νὰ εἶχε κάμει καμιὰ ἁμαρτία. Παντοῦ μπορῶ νὰ σὲ παρακαλῶ γιὰ νὰ βλέπεις πόσο εἶμαι ἀδύναμος.

Κι ὅταν γύριζε στὸ νησί του, ὕστερα ἀπὸ κάθε ταξίδι, ἔμενε πολὺ ἀργὰ τὴ νύχτα, κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα, νὰ προσεύχεται.

Δὲ ρωτοῦσε πιὰ νέα, τί γίνεται στὸν κόσμο. Δὲν ἤξερε τίποτα. Ὅλος ὁ κόσμος στένευε, μέρα μὲ τὴ μέρα, γύρω στὸ ἔρημο νησί, κι᾿ ἔκλεινε μὲ τὸ βαθὺ πέλαγο καὶ μὲ τὰ χρώματα, σὰν ἔγερνε ὁ ἥλιος.

Οἱ τελευταῖοι σύντροφοι ποὺ ἄλλαζε πότε-πότε καμιὰ κουβέντα μαζί τους ἦταν ψαράδες πού, σὰ δὲν τοὺς ἔπαιρνε ὁ καιρός, ἄραζαν γιὰ λίγο στὸ νησί του. Μέναν ἐκεῖ στὴν ἀκρογιαλιά, ὅπου ἐρχόταν νὰ σβήσει τὸ κύμα, καὶ λέγαν γιὰ τὰ βάσανά τους καὶ γιὰ τὴ μοίρα τους. Πολλὲς φορὲς ξενυχτοῦσαν ἐκεῖ. Τότε, στὶς μακριὲς ὧρες ὥσπου νὰ χαράξει, ὅταν οἱ ἄλλες κουβέντες τέλειωναν, ἐρχόταν καὶ ἡ ἐπίσημη ὥρα γιὰ τὰ δυὸ παιδιά του.

- Ποιὸς τὸ ξέρει…, τοῦ λέγαν οἱ ψαράδες. Μπορεῖ νὰ ζοῦνε καὶ νἄρθουν, μπάρμπα-Δημήτρη. Ἔτσι σὰν τοὺς γλάρους σου ποὺ γύρισαν.

Δὲ μιλοῦσε, δὲ σάλευε, τὰ ἥμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στὸ βάθος τῆς νύχτας.

- Ναί, μπαρμπα-Δημήτρη, σὰν τοὺς γλάρους σου. Ἔτσι μποροῦν νὰ γυρίσουν καὶ νἄρθουν. Μὴν ἀπελπίζεσαι.

Οἱ ψαράδες, τότε, μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀφορμή, φέρναν τὴν κουβέντα στοὺς γλάρους τοῦ γέρου.

- Ἀλήθεια, τοῦ λέγανε, πῶς μπόρεσες νὰ τοὺς μερώσεις μπάρμπα-Δήμητρη; Πουθενὰ δὲν ἀκούστηκε νὰ μερώνουν οἱ γλάροι…

-Ἔτσι εἶναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αὐτός. Ὅλα μερώνουν ἐδῶ κάτου. Μονάχα ὁ ἄνθρωπος…

Τὸν ρωτοῦσαν νὰ τοὺς πεῖ πάλι τὴν ἱστορία μὲ τοὺς γλάρους, μ᾿ ὅλο ποὺ τὴν ξέραν κι ὅλοι ὅσοι ζοῦσαν στὴν ἀντικρινὴ στεριά. Τὰ εἶχε βρεῖ μικρά, μὲς στοὺς βράχους, δυὸ γλαρόπουλα ἀμάλλιαγα ἀκόμα. Ἦταν χειμώνας τότε, τὰ λυπήθηκε καὶ τὰ κουβάλησε στὸ καλύβι του, πλάι στὸ φάρο. Τὰ κράτησε καὶ τὰ μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρὰ ψάρια ποὺ ἔπιανε τὸ δίχτυ του. Μιὰ μέρα τοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ ἕνα ὄνομα.

«Ἔ, λοιπόν, ἐσένα θὰ σὲ λέμε…»

Μὲς στὶς ἀναμνήσεις του, μὲς στὴν καρδιά του, κείνη τὴν ἥμερη ὥρα τριγυρίζανε τὰ δυὸ παιδικὰ πρόσωπα, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν πολὺ μικρὰ καὶ τὰ φώναζε.

«Λοιπόν…, ἐσένα νὰ σὲ λέμε Βασιλάκη, εἶπε στὸ ἕνα πουλί. Κι ἐσένα νὰ σὲ λέμε Ἀργύρη…»

Ἔτσι, ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ τὰ φωνάζει μὲ τὰ ὀνόματα τῶν παιδιῶν του. Κι οἱ γλάροι σιγὰ-σιγὰ τὰ συνηθίσανε.

Σὰ μεγάλωσαν κι᾿ ἦρθε ἡ ἄνοιξη, ἕνα πρωὶ σκέφτηκε πὼς εἶναι ἁμαρτία νὰ ἔχει σκλαβωμένα τὰ πουλιά. Ἀποφάσισε νὰ τὰ λευτερώσει. Ἄνοιξε τὸ μεγάλο καλαμένιο κλουβὶ κι᾿ ἔπιασε πρῶτα τὸ ἕνα πουλί. Τὸ κράτησε μὲς στὰ δυό του χέρια, τὸ χάιδεψε. Αἰσθανόταν τὴν καρδιά του νὰ εἶναι πολὺ ἁλαφρή.

«Ἄιντε, λοιπόν, Βασίλη!» εἶπε στὸ πουλί, καὶ ἄνοιξε τὰ χέρια του νὰ τὸ ἀφήσει νὰ φύγει.

Τὸ πουλὶ πέταξε, ἔφυγε.

Ἔβγαλε καὶ τὸ ἄλλο, τὸ χάιδεψε σὰν τὸ πρῶτο, τὸ ἄφησε κι᾿ αὐτό. Ὅλα ἦταν ἥμερα κείνη τὴ μέρα, καὶ ἡ νύχτα ποὺ ἦρθε ἦταν ἥμερη. Μονάχα ποὺ αἰσθανόταν νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ ἔρημος.

Τὸ ἴδιο βράδυ εἶχε ἀποτραβηχτεῖ νωρίς, ὅταν ἄκουσε στὸ μικρὸ παράθυρο τῆς καλύβας ἁλαφριὰ χτυπήματα. Πλησίασε καὶ κοίταξε. Δὲν τὸ πίστευε. Πετοῦσε ἀπ᾿ τὴ χαρά του σὰ νὰ ἦταν τὰ παιδιά του ποὺ γύριζαν.

Ἄνοιξε τὴν πόρτα νὰ μποῦν μέσα οἱ γλάροι.

Ἀπὸ τότε αὐτὸ γινόταν: Τὰ πουλιὰ φεύγαν τὸ πρωὶ ταξιδεύανε ὡς τὶς ἀντικρινὲς στεριὲς τῆς Ἀνατολῆς, ὡς πέρα στὸ Σιγρί, καὶ τὰ βράδια γύριζαν. Ἔκαναν κοπάδι μαζὶ μὲ ἄλλους γλάρους, καὶ πολλὲς φορὲς πετοῦσαν πάνω ἀπ᾿ τὸ ρημονήσι. Ἂν ἦταν χαμηλά, ὁ γέρος μποροῦσε νὰ τοὺς ξεχωρίζει ἀπ᾿ τὰ σταχτιὰ σημάδια ποὺ εἶχαν κάτω ἀπ᾿ τὶς φτεροῦγες. Σὰν ἔβγαινε μὲ τὴ βάρκα κι᾿ αὐτοὶ τριγύριζαν ἐκεῖ σιμά, χαμήλωναν καὶ τσίριζαν ἀπὸ πάνω του. Τοὺς εἶχαν μάθει κι᾿ οἱ ἄλλοι ψαράδες στὰ μέρη ἐκεῖνα. Καὶ σὰν τοὺς βλέπανε φώναζαν γελώντας:

- Ἔ, Βασίλη!… Ἔ, Ἀργύρη!…

* * *
Ἔτσι περνοῦσαν οἱ μέρες στὸ ρημονήσι. Ἡ μιά, ἡ ἄλλη, αὐτὴ ποὺ πέρασε, αὐτὴ ποὺ θάρθει. Μιὰ ἀδιατάραχτη σειρὰ ἀπὸ μέρες καὶ νύχτες ποὺ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ περιμένουν, ἄλλο ἀπὸ τὸ θάνατο.

Μιὰ βραδιά του καλοκαιριοῦ ἔγινε κάτι ἀσυνήθιστο. Οἱ γλάροι δὲ γύρισαν. Μήτε τὴν ἄλλη μέρα φάνηκαν, μήτε τὴν ἄλλη νύχτα.

- Μπορεῖ νὰ ταξίδεψαν μακριά, συλλογίστηκε ὁ γέρος γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν ἀνησυχία του.

Τὸ ἄλλο πρωί, ὅπως συνήθιζε, κάθισε στὸ πεζούλι τοῦ φάρου. Κοίταξε τὸ πέλαγο. Μιὰ στιγμὴ τοῦ φάνηκε πὼς ἡ θάλασσα αὐλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σὰ νὰ περνοῦσαν δελφίνια καὶ παίζαν. Πολλὲς φορὲς ἔβλεπε στ᾿ ἀνοιχτὰ νὰ περνοῦν δελφίνια. Τὰ παρακολουθοῦσε νὰ γράφουν τὶς ἀργὲς κινήσεις τους ὄξω ἀπ᾿ τὸ νερό, πάλι νὰ πέφτουν.

- Δελφίνια θὰ εἶναι καὶ τώρα.

Μὰ σὲ λίγο εἶδε καθαρὰ πὼς δὲν ἦταν.

- Ἄνθρωποι εἶναι! Εἶπε ξαφνιασμένος.

Κατέβηκε στὸ ἀκρογιάλι καὶ περίμενε. Σὲ λίγο ξεχώρισε πὼς ἦταν ἕνα ἀγόρι καὶ ἕνα κορίτσι. Κολυμποῦσαν πλάι-πλάι, μὲ ἀργὲς κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Καὶ τὸ μικρὸ κύμα ἔκλεινε πάνω στὸ αὐλάκι ποὺ ἄφηναν.

- Τί νὰ θέλουν;

Δὲ θυμόταν ἄλλη φορὰ νὰ εἶχαν ἔρθει κατὰ κεῖ γιὰ κολύμπι ἄνθρωποι. Κι ὕστερα, δὲ φαινόταν ἐκεῖ γύρω καμιὰ βάρκα ἀπ᾿ ὅπου νὰ εἶχαν πέσει.

Σὲ λίγη ὥρα εἶχαν φτάσει.

Τὰ δυὸ βρεμένα κορμιὰ τινάζουνται ἀπ᾿ τὴ θάλασσα στ᾿ ἀκρογιάλι.

Τὸ ἀγόρι κοιτάζει τὸ κορίτσι μὲς στὰ μάτια καὶ τεντώνει τὰ χέρια του ψηλά.

- Ἄχ! Λέει παίρνοντας βαθιὰ ἀνάσα. Τί καλὰ ποὺ ἦταν!

Ὕστερα τρέξαν πρὸς τὸ φαροφύλακα.

- Ἐσύ ῾σαι ὁ μπαρμπα-Δημήτρης; Λέει τὸ ἀγόρι.

Ἔστεκε μὲ χαμηλωμένο τὸ κεφάλι, γεμάτος συστολή, ἀντίκρυ στὸ γυμνὸ σῶμα τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ ἔλαμπε μὲς στὸν πυρὸν ἥλιο.

- Ἐγὼ εἶμαι, λέει μὲ ταραχή. Μπᾶς καὶ σᾶς ἔτυχε τίποτα;

- Μὰ ἀπ᾿ ἀντίκρυ, ἀπ᾿ τὴν Πέτρα.

Ὁ μπάρμπα-Δημήτρης δὲν ξέρει τί νὰ πεῖ, μουρμουρίζει μονάχα πὼς δὲ θυμᾶται νὰ τοῦ εἶχαν ἔρθει ἄλλη φορὰ ξένοι μὲ τέτοιο ταξίδι.

Ἄρχισαν ν᾿ ἀνεβαίνουν πρὸς τὸ φάρο.

Περπατοῦσε πρῶτος, τὰ παιδιὰ ἀκολουθοῦσαν. Δὲ θὰ ἦταν τὸ καθένα περισσότερο ἀπὸ δεκαοχτώ, δεκαεννιὰ χρονῶ. Κι᾿ ἐκεῖνος βάδιζε μπρός, καὶ τὰ χρόνια βάραιναν στοὺς ὤμους του, σὰ νὰ τοῦ ζητοῦσαν τὴν εὐθύνη γιατὶ δὲν τ᾿ ἄφηνε πιά, νὰ ξεκουραστοῦν.

Κάθισαν στὸ πεζούλι τοῦ φάρου. Μπροστά τους τὸ Αἰγαῖο ἀκύμαντο, ὁ ἥλιος ἔτρεμε πάνω του.

- Ἀπὸ ποῦ ἔρχεστε; Ρώτησε ὁ γέρος.

- Σπουδάζουμε στὴν Ἀθήνα, εἶπε τὸ κορίτσι. Ἐγὼ σπουδάζω χημικὸς κι ὁ φίλος μου στὸ Πολυτεχνεῖο.

- Ἄ, ἀλήθεια!… μουρμουρίζει ὁ γέρος χωρὶς νὰ καταλαβαίνει.

- Ἔχεις πάει καμιὰ φορὰ στὴν Ἀθήνα, παππούλη; Ρωτᾶ τὸ κορίτσι.

- Ὄχι. Ποτές.

- Θὰ τὸ ἤθελες τώρα;

Ἡ φωνή του εἶναι σιγανή, μόλις ἀκούγεται.

- Ὄχι, παιδί μου. Τώρα εἶναι ἀργά.

- Θὰ εἶσαι πολὺ μονάχος ἐδῶ, παππούλη.

- Εἶμαι πολὺ μονάχος, παιδί μου.

Σώπασαν. Πέρασε λίγη ὥρα. Ψηλὰ πέρασε ἕνα κοπάδι γλάροι. Ὁ γέρος σηκώνεται καὶ μπαίνει στὸ καλύβι νὰ φέρει γλυκό. Ἀπ᾿ τὸ μικρὸ παράθυρο μπορεῖ νὰ βλέπει τὰ δυὸ παιδιά, ἔτσι ποὺ εἶναι ξαπλωμένα. Στὰ κορμιά τους καὶ στὰ πρόσωπά τους τρέμουν ἀκόμα στάλες ἀπ᾿ τὴ θάλασσα. Ὁ ἥλιος τὰ ἔχει ψήσει ἀλύπητα, εἶναι κεῖ σὰ δυὸ ἀγάλματα ἀπὸ μπροῦτζο ποὺ τὰ ξέβρασε τὸ πέλαγο – μιὰ θεότητα τῆς ὑγείας καὶ μία θεότητα τῆς νεότητας. Τὰ μαῦρα μαλλιὰ τοῦ κοριτσιοῦ πέφτουν πάνω στοὺς ὤμους του, καὶ στὰ μεγάλα μαῦρα μάτια του σαλεύει βαθὺ φῶς. Τὸ ἀγόρι ἀνασηκώνεται καὶ σκύβει σ᾿ αὐτὸ τὸ πρόσωπο ποὺ τὸ ἁγιάζει τὸ βαθὺ φῶς. Τὸ κοιτάζει σὰ ναρκωμένος, ὕστερα ἁπλώνει σιγὰ τὰ χέρια του νὰ τὸ χαϊδέψει.

- Χρυσούλα…, μουρμουρίζει μονάχα τὸ ὄνομά της, καὶ τὰ χείλια του τρέμουν ἀπὸ συγκίνηση.

Τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια σηκώνουνται. Μένουν μία λίγη στιγμὴ ἀκίνητα, στυλωμένα στὸ πρόσωπο τοῦ ἀγοριοῦ. Ὕστερα μπλέκει τὰ χέρια της στὸ κεφάλι του καὶ τὸν φιλᾶ θερμά.

Ἔτσι ἁπλὰ καὶ ἥμερα εἶναι ὅλα στὸ ρημονήσι αὐτὴ τὴν ἱερὴ ὥρα. Ἔτσι ἥμερα εἶναι μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ γέρου ἀνθρώπου. Εἶναι πλημμυρισμένος, τοῦτο τὸ καλοκαιρινὸ πρωινό, εἶναι βουρκωμένος. Αὐτὴ ἡ ἀπρόοπτη τρυφερότητα ποὺ ἦρθε νὰ ταράξει τὴν ἐρημιά του, τὰ ἀκίνητα νερά…

- Παππούλη, νἄρθουμε κι᾿ ἐμεῖς μέσα; Τοῦ φωνάζει τὸ κορίτσι.

- Ἔρχουμαι ἐγώ, ἔρχουμαι! Λέει ταραγμένος.

Τοὺς ἔφερε γλυκό, ἀμύγδαλα, κρύο νερό.

- Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο…, μουρμουρίζει σὰ νὰ θέλει νὰ τὸν συγχωρέσουν.

- Κάθισε, κάθισε παππούλη, - τὸν πιάνει τὸ κορίτσι ἀπ᾿ τὸ χέρι νὰ καθίσει πλάι του.

Κάθισε.

- Ἐλᾶτε καὶ αὔριο, τοὺς λέει δειλά. Θὰ ψαρέψω γιὰ σᾶς τὴ νύχτα.

- Αὔριο φεύγουμε, ἀπαντᾶ τὸ κορίτσι μὲ λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες ποὺ ἤμαστε ἐδῶ νὰ μὴν ἐρχόμαστε! Εἶσαι πάντα ἔτσι ἔρημος, παππούλη;

- Πάντα, παιδί μου.

- Ἄ, τώρα καταλαβαίνω τί ἦταν οἱ γλάροι…, μουρμουρίζει τὸ ἀγόρι.

- Ναί, παιδί μου, αὐτὸ εἶναι. Ἡ ἐρημιά.

- Θὰ πρέπει νὰ τοὺς συγχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι τὸ ἀγόρι σὲ λίγο. Ἂν ἤξεραν δὲ θὰ τὸ ἔκαναν ποτέ.

Ὁ γέρος δὲν καταλαβαίνει. Στέκει μὲ ἀπορία.

- Γιὰ ποιοὺς λές, παιδί μου;

- Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σκότωσαν τοὺς γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Εἶναι φίλοι μας.

Καταλαβαίνει τὰ γόνατά του νὰ τρέμουν, ἡ καρδιά του χτυπᾶ.

- Τοὺς σκότωσαν εἶπες;

- Ἄ, δὲν τὸ ἤξερες ἀκόμα;

Τὸ παιδὶ δαγκάνει τὰ χείλια του, μὰ εἶναι ἀργά. Τοῦ λέει τὴν ἱστορία: Πῶς κυνηγοῦσαν, ὅλη ἡ νεολαία, ὕστερα κατέβηκαν στὴν ἀκρογιαλιά, οἱ δυὸ γλάροι χαμήλωσαν ἀπ᾿ τὸ ἄλλο κοπάδι, ὁ φίλος τους τράβηξε πάνω τους γιὰ νὰ δοκιμάσει. Ὕστερα, κάτι ψαράδες ἐκεῖ σιμά, γνώρισαν τὶς σταχτιὲς φτεροῦγες.

Ὁ γέρος ἀκούει, ἀκούει, - δὲν εἶναι τίποτα, δυὸ γλάροι ἦταν.

- Δὲν ἤξεραν, παππούλη…, λέει μὲ θερμὴ φωνὴ τὸ κορίτσι, συγκινημένο ἀπ᾿ τὴ βουβὴ λύπη ποὺ βλέπει στὸ γερασμένο πρόσωπο. Δὲν ἤξεραν…

Κι᾿ ἐκεῖνος κουνᾶ μόλις, ἀργά, τὸ κεφάλι του, συγκατανεύοντας:

- Ναί, ναί, παιδί μου. Δὲ θὰ ἤξεραν…

* * *
Ἀρκετὴ ὥρα πέρασε.

- Πρέπει νὰ φύγουμε, λέει τὸ ἀγόρι.

Τὸ κορίτσι σηκώνεται.

- Νὰ φύγουμε.

Πηγαίνουν μπροστά, ὁ γέρος ἔρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στὴν ἀκρογιαλιά.

- Σὲ χαιρετοῦμε, παππούλη, λέει πρῶτο τὸ κορίτσι.

Πιάνει τὸ χέρι του σκύβει νὰ τὸ φιλήσει. Κι᾿ αὐτὸς τῆς χαϊδεύει τὰ μακριὰ μαλλιά.

- Νὰ σᾶς βλογᾶ ὁ Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.

Ἔφυγαν. Παρακολουθεῖ πολλὴ ὥρα τὸ μικρὸ αὐλάκι ποὺ κάνουν τὰ κορμιά τους στὴ θάλασσα. Ὥσπου ὅλα σβήνουν ἀπ᾿ τὰ μάτια του. Καὶ τὸ πέλαγο εἶναι πάντα ἔρημο καὶ ἀτελείωτο.

Νυχτώνει. Ἔχει καθίσει στὸ πεζούλι, οἱ ὧρες περνοῦν. Ὅλα περνοῦν ἀπ᾿ τὰ θολωμένα μάτια του: τὰ μικρά του τὰ χρόνια, τὰ παιδιὰ ποὺ μεγάλωσε καὶ χάθηκαν, οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν πικράνανε. Ὅλα περνοῦν κι ὅλα σβήνουν. Καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ ποὺ φιληθήκανε ἐδῶ στὸν ἴδιο τόπο, λίγες ὧρες πρίν. Κι᾿ ἕνα κοπάδι γλάροι ποὺ πετοῦν ψηλά. Δυὸ γλάροι ἔχουν σταχτιὲς φτεροῦγες. Κι᾿ αὐτοὶ περνοῦν καὶ χάνουνται. Δὲν εἶναι πιὰ νὰ γυρίσει τίποτα. Ἔχει χαμηλώσει τὸ κεφάλι, καὶ τὰ δάκρυα στάζουν στὴν ξερὴ γῆ. Ἀπὸ πάνω του τὸ φῶς τοῦ φάρου ἀνάβει, σβήνει, πάλι, πάλι, στὸ ἴδιο διάστημα, αὐστηρὰ καὶ ἀναπόφευκτα, ὅπως οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τῆς ζωῆς, ἡ μοίρα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θάνατος.

Γεράσιμος Μαρκοράς - Χελιδόνια

kefalonia
Xελιδόνια

Aχ! το θεόρατο βουνό γιατί δεν χαμηλώνει;
Χριστέ, μου αν ήταν βολετό
να δώσω μια και να διαβώ
σαν ένα χελιδόνι!

Ωραία της άνοιξης πουλιά
για πέρα μισεμένα,
δανείσατέ μου τα φτερά,
και νέα λαλήματα γλυκά
θα μάθετε από μένα.

Τι λέω! Τερπνότατη φωνή
σας έδωκεν η φύση,
και με τα μάγια της αυτή
θα'χη τη χάρη κάθε αυγή
το φως μου να ξυπνήση.

Εγώ -και ας πλέκω τεχνικά
του τραγουδιού το στίχο- πέρα,
σε τούτη την ερμιά,
ξυπνάω τριγύρω μοναχά
της λαγκαδιάς τον ήχο.

Ποίημα 19ος Αιών (κατά Γ. Βαλέτα: 1850) —πηγή

Ο καπιταλισμός εκτός νόμου

8/12/'11 —Παιχνίδια αναλυτών με την Ελλάδα: Ο συγγραφέας της "Τράπεζας", Μαρκ Ρος περιγράφει πως οι οίκοι αξιολόγησης χτύπησαν τη χώρα μας
"Ο Καπιταλισμός εκτός νόμου. Η οικονομία στο παρασκήνιο". Ο τίτλος ανήκει στο νέο βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου, ερευνητή και συγγραφέα Μαρκ Ρος, δημιουργού του έργου "Η Τράπεζα: Πως η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο" - (Βραβείο βιβλίου Οικονομικής Ανάλυσης για το έτος 2010).
Στο νέο του εγχείρημα ("O καπιταλισμός εκτός νόμου"), που κυκλοφορεί στις 14 Νοεμβρίου 2011 και το οποίο εξασφάλισε κατ' αποκλειστικότητα η Real Money, προσπαθεί να μπει στα άδυτα του "σκιώδους καπιταλισμού" αναδεικνύοντας τα εξής θέματα: Η διαδρομή μέχρι την πτώση της Lehman Brothers, η ενδιάμεση βόμβα της BP στον Κόλπο του Μεξικού, ο "σκοτεινός" ρόλος των οίκων αξιολόγησης Standard and Poors και Fitch στη συνεχή επιβάρυνση χωρών και οικονομιών, η αναγκαιότητα των φορολογικών παραδείσων και η σύνδεση όλων αυτών με τις φανερές και αφανείς δραστηριότητες των παγκόσμιας εμβέλειας τραπεζικών κολοσσών.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο νέο βιβλίο του Μαρκ Ρος και στη διαδρομή του σημερινού προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Ιταλού Μάριο Ντράγκι. Σύμφωνα με το συγγραφέα, ο Ντράγκι υπήρξε από το '02 έως το '05 ο αντιπρόεδρος για την Ευρώπη της Goldman Sachs Internotional στο Λονδίνο. "Το σημείο αυτό αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του", γράφει ο συγγραφέας.

Ο αδύναμος κρίκος
Το δεύτερο σημείο -το πρώτο ήταν η διευκόλυνση της για την είσοδο στο ευρώ από την Goldman Sachs μέσω του γνωστού swap που έγινε μέρος του ελληνικού χρέους- στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στην Ελλάδα και στην πρωτόγνωρη κρίση που βιώνει, είναι στο κεφάλαιο που περιγράφεται η "σκοτεινή δράση των οίκων αξιολόγησης".
Σύμφωνα με τον Ρος, το πρώτο χτύπημα των οίκων προς την Ελλάδα έγινε από τη Fitch στις 16 Δεκεμβρίου '04, όταν προχώρησε στην πρώτη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, "εκκινώντας μια προοδευτική διαδικασία υποβάθμισης, αιτία της οποίας ήταν το σημαντικό βάρος του δημοσίου χρέους, που καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε εξωτερικούς κλονισμούς".
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο συγγραφέας στο σημείο αυτό τονίζει ότι η συμπεριφορά των ξένων οίκων "δεν αναιρεί το συμπέρασμα" ότι η Ελλάδα μέχρι τότε είχε μια πολύ κακή διαχείριση και ότι καμία από τις κυβερνήσεις δεν έλαβε υπόψη της τις προειδιοποιήσεις των ξένων οίκων αξιολόγισης".
Μάλιστα, γίνεται ειδική αναφορά στην οξεία αντίδραση του τότε υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου, όταν, μετά τη σκληρή υποβάθμιση της Ελλάδας στις 7 Μαρτίου '11 από τη Moody's το "περιστέρι", όπως αποκαλεί τον Γ. Παπακωνσταντίνου, έγινε "γεράκι" και χρησιμοποίησε επιθετική γλώσσα σε ανακοίνωση που εξέδωσε και με την οποία απαντούσε στον οίκο αξιολόγησης ότι "δεν κατάφερε να προβλέψει την κατάρρευση της Lechman Brothers", άρα δεν είναι αξιόπιστη η κριτική του.
Ενώ ο Μαρκ Ρος αναφέρεται στη "σκοτεινή" δράση των οίκων αξιολόγησης και στην αδυναμία ορισμένων πολιτικών ανά την υφήλιο, περιγράφει και την κουλτούρα των Ελλήνων.
Μάλιστα, επικαλείται την παρουσία του στην Αθήνα πριν από ένα έτος σε εκδήλωση για το προηγούμενο βιβλίο του -το οποίο εξαιτίας του περιεχομένου του ήταν για για τρεις μήνες πρώτο σε πωλήσεις στην Ελλάδα- και τονίζει: "Η Ελλάδα έχει στοιχεία Ανατολής, όπως η προκατάληψη και η προδιάθεση για θεωρίες συνωμοσίας. Δεν απαλάσσεται εύκολα από 400 χρόνια οθωμανικής κατοχής". Real Money 13 Nov. 2011
(πηγή άρθρου Real Money, πηγή α΄εικόνας, πηγή β΄εικόνας)

9 Οκτ 2011

Σιρόκο Λεβάντε - Γ. Σεφέρης

Πράγματα που αλλάξαν τη μορφή μας
βαθύτερα απ' τη σκέψη και περισσότερο
δικά μας όπως το αίμα και περισσότερο—
βυθίσανε στην κάψα του μεσημεριού
πίσω από τα κατάρτια.

Μέσα στις αλυσίδες και στις προσταγές
κανείς δε θυμάται

Οι άλλες μέρες οι άλλες νύχτες
σώματα, πόνος και ηδονή
η πίκρα της ανθρώπινης γύμνιας κομματιασμένη
πιο χαμηλή κι από τις πιπεριές σε σκονισμένους δρόμους
και τόσες γοητείες και τόσα σύμβολα
στο τελευταίο κλωνάρι·
στον ίσκιο του μεγάλου καραβιού
ίσκιος η μνήμη.

Τα χέρια που μας άγγιξαν δε μας ανήκουν, μόνο
βαθύτερα, όταν σκοτεινιάζουν τα τριαντάφυλλα
ένας ρυθμός στον ίσκιο του βουνού, τριζόνια—
νοτίζει τη σιωπή μας μες στη νύχτα
γυρεύοντας τον ύπνο του πελάγου
γλιστρώντας προς τον ύπνο του πελάγου.


Στον ίσκιο του μεγάλου καραβιού
την ώρα που σφύριξε ο εργάτης
άφησα τη στοργή στους αργυραμοιβούς.
Πήλιο, 19 Αυγούστου 1935

Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928 - 1937) (Τούτο το σώμα) “Σιρόκο 7 Λεβάντε”
orig source

27 Ιουλ 2011

Συντροφικό

Οι φόβοι του φθινοπώρου, σύντροφε
ταράζουν τα δειλινά μας: δάχτυλα
κρύα, αγγίγματα ίσκιων, φυσήματα—
όλα ασώματα και τόσο απότομα.
Υπάρχει γέννα -παντού κυκλάμινα και κοχλικά
απρόσκλητα και βιαστικά, τι να γυρεύουν;-

γέννα υπάρχει μα κι ένας θάνατος
θα 'λεγες σχεδόν θελκτικός μες τα χρυσάφια
και τόσα μπρούτζινα σταλάγματα
κι ερμίνες και πορφύρες στο σούρουπο
σε φύλλα, σε νερά, σε σύννεφα...
Ανασαμοί μιας χλιδής φευγαλέας.

Είναι κι οι φόβοι που μουδιάζουν
τα πρωινά μας. Ανασαλεύουν άκεφα
στα φυλλοκάρδια σα μεταξοσκώληκες
όλο αναμασώντας ένα άγνωστο
που όλο και δεν έρχεται.

Ανησυχίες πιο χοντρές της εποχής
ταράζουν και τα μεσημέρια μας: μια αλλαγή,
μια αλλαγή ενός άξονα
τόσο ελάχιστη στο σύμπαν
μια αλλαγή τόσο εύκολη κι απλή
στην ισοζυγία των ουράνιων πληρωμών

όσο κι επί της γης τα σεραφικά ωσαννά
των συνταξιούχων και μισθωτών
καθώς τα εισοδήματα αυξαίνουν
κι οι κατάπληκτοι άνθρωποι φτωχαίνουν
κι ας κολλά η γλώσσα στον ουρανίσκο
κι ας τρώνε από σκουριασμένο δίσκο
κι ας φωνάζουν για εχθρούς και πατρίδες
κι ας σπέρνονται απλόχερα ελπίδες!

Φόβοι του φθινοπώρου, σύντροφε,
δεν πιάνονται του νου οι αλυσίδες.

Πηγή: Νίκος Καζάνας: Συντροφικό

14 Μαρ 2011

Θεόφιλος - Γ. Σεφέρης

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη μαύρος σαν τα νερά του Αχέροντα,
χωρις όνειρα, χωρίς μνήμη,
κι ούτε ένα φυλλαράκι δάφνη.

Ο ξύπνιος χαρακώνει τη λησμονιά
σαν το μαστιγωμένο δέρμα
κι η παραστρατημένη ψυχή
αναδύεται κρατώντας συντρίμμια από χθόνιες ζωγραφιές,
ορχηστρίς μ' ανώφελες καστανιέτες,
με πόδια που τρεκλίζουν
μωλωπισμένες φτέρνες
απ' τη βαριά ποδοβολή
στην καταποντισμένη σύναξη εκεί πέρα.

O ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη.
Κι ο ένας Δεκέμβρης χειρότερος απ' τον άλλο.
Τον ένα χρόνο η Πάργα,
τον άλλο οι Συρακούσες
κόκαλα των προγόνων ξεχασμένα,
λατομεία γεμάτα ανθρώπους σακατεμένους,
χωρίς πνοή και το αίμα μοιρασμένο
σαν τα παιδιά του Οιδίποδα
και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά.

Aδειανοί δρόμοι,
βλογιοκομμένα πρόσωπα σπιτιών
εικονολάτρες και εικονομάχοι σφάζονταν
όλη νύχτα.
Παραθυρόφυλλα μανταλωμένα.
Στην κάμαρα το λίγο φως χάνεται
στις γωνιές σαν το τυφλό περιστέρι...

Σημείωση:
Ο E΄ τόμος των ημερολογίων του Γεωργίου Σεφέρη καλύπτει τα έτη 1945 - 1951 (Απ/σμα σελ.24)
πηγή: http://www.magikokouti.gr/meres_theofilos.html

6 Μαρ 2011

Βασλάβ Νιζίνσκυ

Νιζίνσκυ: Γεώργιος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων

Παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τ' αναμμένα κάρβουνα. Κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο κουτί κόκκινα σπίρτα. Μου το 'δειξε σαν τους ταχυδακτυλουργούς που βγάζουν από τη μύτη του διπλανού μας ένα αβγό.

Τράβηξε ένα σπίρτο, έβαλε φωτιά στο κουτί, χάθηκε πίσω από μια πελώρια φλόγα, κι ύστερα στάθηκε μπροστά μου.
Θυμάμαι το βυσσνί του χαμόγελο και τα γυαλένια του μάτια. ΄Ενα οργανέτο στο δρόμα χτυπούσε ολοένα την ίδα νότα. Δεν ξέρω να πω τι φορούσε. Μ' έκανε να συλλογιέμαι επίμονα ένα πορφυρό κυπαρίσσι. Σιγά σιγά τα χέρια του άρχισαν να ξεχωρίζουν από το τεντωμένο του κορμί σε σταυρό. Από που μαζεύτηκαν τόσα πουλιά; Θά 'λεγες πως τα είχε κρυμμένα κάτω από τις φτερούγες του.

Πετούσαν αδέξια, παλαβά, με ορμή -χτυπούσαν πάνω στους τοίχους της στενής κάμαρας, πάνω στα τζάμια, και στρώνανε το πάτωμα σα χτυπημένα. Ένιωθα στα πόδια ένα ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει.

Τον κοίταζα με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί μου σαν κυκλοφορία. Όταν τέλειωσε να υψώνει τα χέρια, όταν οι παλάμες του άγγιξαν η μιά την άλλη, έκανε ένα ξαφνικό πήδημα, σα να είχε σπάσει το ελατήριο του ρολογιού μπροστά μου. Χτύπησε στο ταβάνι που ήχησε μονοκόμματα μ' έναν ήχο κυμβάλου, τέντωσε το δεξί του χέρι, έπιασε το σύρμα της λάμπας, κουνήθηκε λιγάκι, αφέθηκε, κι άρχισε να γράφει μέσα στο σκοτεινό φως, με το κορμί του τον αριθμό 8.

Το θέαμα αυτό με ζάλισε και σκέπασα με τα δυό μου χέρια το πρόσωπό μου. Έσφιγγα το σκοτάδι πάνω στα βλέφαρά μου, ακούγοντας το οργανέτο που εξακολουθούσε ακόμη στην ίδια νότα κι έπειτα σταμάτησε απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε, παγωμένος. Ένιωσα τα πόδια μου ξυλιασμένα. Άκουσα ακόμη ένα χαμηλό και βελουδένιο ήχο φλογέρας, κι αμέσως έπειτα, ένα στρωτό και παχύ πλατάγισμα. ΄Ανοιξα τα μάτια. Τον είδα πάλι να πατά με τα νύχια σε μια κρουσταλλλένια σφαίρα, στη μέση της κάμαρας, κρατώντας στο στόμα ένα αλλόκοτο πράσινο σουραύλι, που το κυβερνούσαν τα δάχτυλά του, σα να είταν εφτά χιλιάδες. Τα πουλιά τώρα ξαναζωντάνευαν με μια εξωφρενική τάξη, υψωνόντουσαν, σμίγανε, σχηματίζανε μια χοντρή συνοδεία που θα μπορούσες να την αγκαλιάσεις, και βγαίναν προς την νύχτα, από το παράθυρο που δεν ξέρω πως, βρέθηκε ανοιχτό.

Όταν δεν απόμεινε πια ούτε μισή φτερούγα, εκτός από μια πνιγερή μυρωδιά κυνηγιού, αποφάσισα να τον κοιτάξω κατά πρόσωπο. Πρόσωπο δεν υπήρχε- πάνω από το πορφυρό κορμί, θα 'λεγες ακέφαλο, καμάρωνε μια μαλαματένια προσωπίδα, από εκείνες που βρέθηκαν στους μηκυναϊκούς τάφους, μ' ένα μυτερό γένι που άγγιζε την τραχηλιά. Προσπάθησα να σηκωθώ. Δεν είχα κάνει την πρώτη κίνηση, κι ένας κατακλυσμιαίος ήχος, σαν να είχαν σωριαστεί μια στίβα τάσια σε νεκρώσιμο εμβατήριο με κάρφωσε στη θέση μου.

Είταν η προσωπίδα. Το πρόσωπό του φανερώθηκε πάλι, όπως το είδα στην αρχή, τα μάτια, το χαμόγελο και κάτι που τώρα παρατηρούσα για πρώτη φορά: το λευκό δέρμα τεντωμένο από δυό κατάμαυρα τσουλούφια που το δάγκωναν μπροστά στ' αυτί. Δοκίμασε να πηδήξει, μα δεν είχε πια την ευκινησία του την πρώτη. Θαρώ μάλιστα πως σκόνταψε σ' ένα βιβλίο πεσμένο κατά τύχη και γονάτισε με το ένα γόνατο. Μπορούσα τώρα να τον κοιτάξω με προσοχή. Έβλεπα τους πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα.

Κάτι σα λαχάνιασμα με βάραινε. Προσπάθησα να εξηγήσω γιατί τα μάτια του μου είχαν φανεί τόσο περίεργα. Τα 'κλεισε. ΄Εκανε να σηκωθεί, μα θα είταν τρομερά δύσκολο, γιατί φαινόταν ν' αγωνίζεται να μαζέψει όλη του τη δύναμη, χωρίς να μπορεί να καταφέρει τίποτε. Απεναντίας γονάτισε και με το άλλο γόνατο.

Έβλεπα το άσπρο δέρμα τρομερά χλομό. προς ένα κίτρινο φιλντισί, και τα μαύρα μαλλιά σα πεθαμένα. Μολονότι βρισκόμουνα μπροστά σε μιάν αγωνία, είχα το συναίσθημα πως είμουν καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει. Δεν πρόφταξα να ανασάνω και τον είδα, ολότελα πεσμένω χάμω, να βυθίζεται μέσα σε μια πράσινη παγόδα που είναι ζωγραφισμένη στο χαλί μου.
πηγή

Αγκυρανό Μνημείο

"Αγκυρανό Μνημείο": Γιώργος Σεφέρης

Κάθε το μήνα μια φορά κάθε τρεις βδομάδες
μαντατοφόροι (ν)έρχονται μαντατοφόροι φεύγουν.
Ποιά προσταγή τους έστειλε κανένας δεν το ξέρει
μήτε οι γερόντοι που έχουνε κόκαλο από λελέκι
μήτε οι κοπέλες που έχουνε στα φρύδια χελιδόνα
και μήτε τα στεγνά βουνά μες στη Γαλλογραικία.

Έρχονται απ' την Ανατολή κι έρχονται από τη Δύση
από Βοριά κι από Νοτιά, τριαντάφυλλο του αγέρα.
Αφήνουν τ' άτια ρέμπελα και τρέχουν να μεθύσουν
κι απ' τις ταβέρνες βγαίνουνε τρεκλίζοντας και πάνε
παραμιλώντας άμοιαστα τρελοί κι ονειρεμένοι.

Ένας λέει για τον Αύγουστο που 'χε για λέπια κάστρα,
άλλος γυρεύει Παναγιές που ρέψανε στα σπήλαια
κι ένας χαμηλοκούτελος το βασιλιά Ασιτάουντα
που 'χε πατέρα δρόλαπα και μάνα τη φουρτούνα
και τώρα απόμεινε άλαλος σαν το ξερό ποτάμι.

Μα ο Στάθης ο καλόγερος πόσωσε περπατώντας
κι ήταν σπαθάρης μια φορά, σπαθάρης και τζελάτης,
στο συντριβάνι κάθεται, νερό το τυφλοφόρο,
κοιτάζει το βασίλεμα και λέει κι απολογάται:

"Στον κάτω κόσμο μ' έστειλες, Αφέντη και Χριστέ μου,
κι ολάκερος εμίσεψα κι ολάκερος επήγα
τώρα τη χάρη σου ζητώ, της αμαρτίας δραγάτη·
Σπόρο του χάρου (ν)έσπειρα, να τον θερίσουν άλλοι
και κάνε από τον τάφο μου για σένα να βλαστήσω,
γαρίφαλο του θρήνου μου και στο πλευρό σου να 'ρθω."

Γ. Σεφέρης Ημερολόγιο Ε΄, 5 Αυγούστου 1949 - (σ.140) -  Πηγή

Λόγος για λίγα τετραγωνικά

"Λόγος για λίγα τετραγωνικά" - Αλκυόνη Παπαδάκη

Tρομάζω εύκολα
στο σύμπαν του οίκου·
λες κι ό,τι πίστεψα αιώνιο
επιστρέφει τώρα
κήπος ασώματος και μοναχά το άρωμα.

Απ' τα θεμέλια εγείρομαι
κι ανοίγω την ντουλάπα
αυτή την άλλη εντοιχισμένη Άρτεμη
με τα θηράματα της ρούχα εποχής και
ντύνομαι σαν κάποιος καλεσμένος να 'ρθει.
Δεν έχω άλλη συντροφιά έξω από μένα.

(Λες και μετακινούμαι εγώ)
αλλάζω θέση στα έπιπλα,
τυφλές θεότητες οδηγημένες
από ιερούς ιστούς αράχνης, αποκόβω
κόσμο της πίστης και της προσφοράς
για να 'ναι όλα της φθοράς.

Τίποτα δε θα μ' ακολουθήσει στο θάνατο.
Ούτε καν ένα πανέρι λέξεις.
Ούτε καν ο καθρέφτης ο ατομικός,
κάποτε μου έσωσε το πρόσωπο
από μνηστήρων πλήθος.

Όλ' ανεξέλεγκτα ως και τα μικρά
παίρνοντας θέση αργά μα σταθερά
στο ευγενές απέραντο
είμαι μια κατοικίδια ποιήτρια,
δεν ξέρω τι είναι γνώση
όμως ό,τι ονειρεύομαι είναι σοφό.

Μέσα από κάμαρες πέρασα, κύμα
και λιγοστό αλάτι άφησα στην τράπεζα της γης.
Ας με κρίνει η θάλασσα.

Πηγή

Eκδόσεις Καστανιώτη: Ποίηση, Αλκ. Παπαδάκη Συλλ. "Ωχροτάτη έως του λευκού" '89